το φάντασμα της ελευθερίας

σ.ρ

πλησίασε χτες ένας κύριος με ομπρέλα το παγκάκι που καθόμουν και μου ζήτησε την ώρα. Αφού του αρνήθηκα ευγενικά να του τη δώσω -τι να του πω, πως δε τη γνώριζα;-, αυτός επέμεινε:
-σε ικκετεύω, πες μου την ώρα

-αδύνατον, του είπα, μη συνεχίζετε.

Έκατσε στο παγκάκι μου:
-δε φεύγω αν δε μου πείτε την ώρα.

-η αναιδεία σας μου είναι πιεστική, του απαντώ.

Πέρασε σχεδόν μια ώρα, χωρίς να μιλάμε, δίπλα δίπλα ώσπου ξαφνικά γυρνάει απότομα το κεφάλι του και μου λέει με ύφος έντονο:
-είστε παρτιζάνος;

το σάλιο μου πέτρωσε.
-έξι και μισή πάει, ψιθύρισα υποκαθιστώντας το μυστικό.

-ΕΙΣΤΕ ΕΝΟΧΟΣ ΚΥΡΙΕ! ΕΙΣΤΕ ΕΝΟΧΟΣ!, άρχιζε να φωνάζει, όρθιος πια και με υψωμένο τον δείκτη του αριστερού του χεριού που βρισκόταν μέσα σε γάντι, με τρόπο που θύμιζε ρήτορα προηγούμενης εποχής ή και ρουφιάνο στη Διδότου. Εγώ πάλι έτρεχα όσο πιο γρήγορα μπορούσα νιώθοντας κατ' ένα περίεργο τρόπο γερασμένος κινηματογραφικός ήρωας σε ταινία του Μπουνιουέλ που δε προβλήθηκε ποτέ λόγω διακοπής ρεύματος στις Κάτω Χώρες.
.


στα μνημόσυνα της καθημερινής

ετών πενήντα τρία,
είχε εκδώσει και μία συλλογή
υπό τον τίτλο 'απουσία',
εκεί θα τύχει να με βρεις

αδιάφορα
στον άντρα σου θα πεις
τον γνώριζα

και ύστερα στο μπάνιο
θα κλάψεις ήσυχα
θυμίζοντάς μας τη γυναίκα αυτή
που έχασε τον εραστή της


Το σώμα σου κολλά
σ' ένα ολόσωμο σεντόνι
και πλάθεται ακέραιη
η προτομή σου.

μόνο ένα χρατς/χρουτς
αποκαλύπτεται στον έξω κόσμο
καθώς οι βλεφαρίδες σου
ανοίγουνε εντός

κι ο ήχος μοιάζει όμοια
μ' ένα χαρτί που σκίζετε
απαλά
με ένα χρατς
χρουτς.

τα σκέπαστρα σε τρίβουνε

τα μάτια σου,
δύο οι χαρτοκόπτες

που γράφτηκες;
τι είσαι πια;


σε λέω χρουτς.
λέγε με χρατς

.
σ ένα χωρίο τ ουρανού κρεμόμασταν ωσότου τα σκοινιά να σπάσουν
και ξέφτυσαν σ έναν πορτοκαλί ουρανό που έμεινε να τον κοιτούμε
καθώς αυτός μάς ξέβραζε


τα σύννεφα μάς έκρυψαν δεν έχει η πτώση μπούσουλα
πουλιά, αερόστατα, πού να σε φανταστώ;
.
μαύρες κουκκίδες στο κενό, οντότητες,
.
δυο-πιθανότητες με σάλια



αρχίζει τελετή
ο τοξοβόλος σπάει το βέλος στα δυο
το δυσκολεύει βάσει σχεδίου
παίρνει λοιπόν κάγκελο ψυχιατρείου

μια λόγχη που με σημαδεύει
πρέπει να ισορροπήσω πάση θυσία, πάση.


χτυπάει τρεις στη καμπάνα τ ουρανού

χάνω την ακινησία μου

τη βάζω στο κεφάλι κι αδρανώ όσο μπορώ
ο τοξοβόλος ξαναπαίρνει θέση
μάχης στο κέντρο της πλατείας
Εύστοχος


η ανάσα σκορπίστηκε στον αιθέρα

διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια
χαμογελάσαμε κι οι δυο

ήταν η πρώτη μέρα γράψανε στο ιερό βιβλίο

η μέρα που γεννήθηκε ο άνθρωπος

ανόθευτη μέρα


χίλιοι άνθρωποι κραυγάζαν λεύτερα

δεύτε λάβετε λέπια

δεύτε λάβετε λέπια


μέσα σ αυτούς ήταν κι ένας ωχρός

που η φωνή δε του βγαινε

τον ονομάσανε καντίνσκυ

το θυμάμε σαν τώρα.

Βασίλι Καντίνσκυ.


Μπράιτον 8.7.06

Η διαίρεση

το μόνιασμα θα ρθει σαν πανωσέντονο

στα κάτοπτρα της νύχτας θα ριχτεί
και να μας συσκοτίσει


ο σκοπευτής θα αστοχεί
συντρόφους του σκοτώνει;
τoυς συντρόφους του σκοτώνει

Οι φίλοι του θα πέσουν κατά γης
σώματα και σπαρτά γλυφά
- μοτίβα παπαρούνας
-

και τότε θ' αντικρίσει τα βουνά
σα νιόφερτα ως άρτιος
μές της διαίρεσης τον κάμπο


τι είναι τα βουνά θα πει:
σκιές που δεν προκλήθηκαν
ίσκιοι δίχως σημαίνον

Και οι γονείς δηλώσαν εξαφάνιση

.

Ανοίγει το σταφύλι

και πετάει θάλασσα

επάνω στο μπερέ του ναύτη

.

κρυβόταν στη κληματαριά

μία σκιά στα χείλη

ντυμένος στα λευκά, τι ήτανε;

παιδί της επαρχίας

.

έγραφε και ποιήματα

αδιάφορο παιδί

Δανάη και Μαρία

κανείς δε τον πενθεί

.

ανοίγει το σταφύλι

και πετάει θάλασσα

να στάζει στου νεκρού το φρύδι

.

φρύδια και παρενθέσεις

που δε θα κλείσουνε ποτές

Οτι απόμεινε

φύλλα πλατάνου

μέσα στη τσέπη να φυτρώνουν

και να μας κυκλώνουν


Στροβιλιζόμαστε

μέσα στο χορό των άλλων

κι απ' το τίναγμα

να χάνουμε τα φύλλα


Γυμνός κορμός ο άνθρωπος

ένα κουφάρι στάχτυ

ότι απόμεινε

απ' τη δημιουργία


ο Ντεμπόρ

σκορπίζουν οι λαχνοί

και σκέφτομαι που μου χες πει
'θα ζήσουμε σα βασιλιάδες'

περπατούσαμε στο Γκάζι
'να πάρουμε κι ένα λαχνό'
πήραμε φωτιά κι οι δυο

στο Γκάζι
στη Καλαμαριά
κάτι σκυλάδικα κρύβουν τη νύχτα
μη βασανίζετε τη λουλουδού

οι τυχεροί λαγνοί
γίναν χαρταετοί
και μεις τραβούμε τις ουρές τους

στη Πατησίων να επιστρέψουμε
να κάνουμε ζιγκ-ζαγκ
κρατώντας το λαχείο
σα βασιλιάδες

θηρίο ο άνεμος
σκορπίζουν οι λαγνοί
γυμνοί ντρεπόμαστε
μες το νοσοκομείο
πανεπιστημιακό
δύο μπαλώματα πετρόλ


είχες πιει το θυμάμαι
πουτάνα μνήμη
για έναν Γκυ Ντεμπόρ
μας βάλαν απουσία

κι ο διευθυντής καθίκι
τώρα που το λέω
έμοιαζε του λαχειοπώλη
λες;

αποβολή στην αμμοβολή
στην αποβολή
στην αμμοβολή
στα μούτρα σας

γίναμε μέθυσοι
για έναν Γκυ Ντεμπόρ
έχασα το λαχείο
ή στο βυζί της νοσοκόμας
ξαπλώνει η ανθρωπότητα;

σε κουμπαρά βολεύω
τις αμαρτίες μου απoβραδίς
εγώ είμαι ο δίκαιος

ακουμπώντας τα χείλη στη σχισμή,
ψιθυρίζω τις ανομίες μιας μέρας που παρήλθε

κι ύστερα σαν ξεκολλώ τις παλάμες μου,
ξέρω να επιβιώνω
γιατί γνωρίζω το φετίχ της νέας μέρας

ο ύπνος δε πουλάει κάστανα

το μοτίβο της ποίησης
.
κι άλλοι γεράσανε με το μολύβι ανά χείρας
κι απ' τις πληγές τους έβγαινε πηχτό μελάνι
μα δεν αμέλησαν το κράτος να μισήσουν
.
είμαστε ασφαλώς κακέκτυπα κορμιού ενός Σεφέρη
όπως παρόμοια γδυνόμαστε μπροστά στις αστραπές,
μα κάτι ακόμη:
'εμείς θα χτυπηθούμε απ' τα πυρά τους'
.
νόθα παιδιά του Λόρδου Νόελ Μπάυρον
ωσαν κι αυτόν υψώνουμε στίχους στις Ακροπόλεις
μα καίρια η διαφορά αυτή:
'δε φοβόμαστε να φτύσουμε στο μάρμαρο επάνω'
.
ψηλά σηκώνουμε τον τρόμο μας
και ράγδην φτύνουμε στα χάμω
.
ώστε μπαλόνια κι ερπετά
για το μοτίβο της ποίησης
.

...