' Μια σβούρα φυσικής '.


.Κάτω απ' τον ανάποδο
τρούλο τ' ουρανού
οι βίοι των αγίων.

.Οι άνθρωποι ως δερβισάδες
στην αδιάκοπη περιστροφή της γης
να ομολογούν το θάνατο
με πιρουέτα.

Την αλήθεια,
ξυπνάς και συ μ' αίμα στα γόνατα;
-

' the show of covent garden'/samson rakas 06'

-

Στη γεωμετρία των εξεγερμένων το τετράγωνο θα εκλείψει.









.

- Εργολαβία θανάτου -
.
"H barbie" έγραψαν σε όλες τις εφημερίδες "έκλεισε τα 48 της χρόνια".
Ποιος όμως είπε για τη μαστοτομή της;
Εκεί το βούλωσαν.

Τριάντα χρόνια να ανάβει προσεχτικά
το καντηλάκι του γιου της,
χωρίς βιασύνη και με κινήσεις άυλες,
να κόβει το διάβολο σε φέτες.

















Παπούτσια μεσ’ τη λάσπη αδιάφορα,
μέσα τζαμί εκ του προχείρου.

Μωάμεθ :ΠΕΡΑΣΤΕ
Περάστε: ΜΩΑΜΕΘ




Το αίμα του τσιγγάνικο
τα χείλη του καυτά
άχνη στα μάτια
γιατί ο γύφτος πέθανε

αύριο πάλι

κι ο ποιητής με δάνειο.

.



hanged - love

hanged - love

hanged - love

hanged - love

hanged - love

hanged - love





Μια σβούρα ο θάνατος κι ύστερα οι λέξεις κόμποι.



'Μια βόλτα στο δάσος'


Σ’ αγριογένια άγουρα ανάμεσα περνούσα
καταμεσής αμέρωτης υπαίθρου
και βελόνιαζε.
Τσιμπολογούσε απ’ τη κρούστα του κορμιού
σα να κεντούσε μου το είδος.
Πείσμα εγώ.
Συνέχιζα γδυμνός κι αιμόφυρτος στα στήθη,
ίδια τροπαιοφόρου ρότα.

Ντράπηκα τον κάματο όταν με λύγιζε.
Παρεξήγα με.

Αδράνησα στον πρώτο βράχο.
Μικρό ξαπόστεμα, δυο – τρεις ανάσες στα κρυφά
και πλατανόφυλλα στα τραύματα μου.

Ορθώθηκα αιφνίδια.
Τι σκέφτηκα;
Τίποτα δε σκέφτηκα ο αμαθής.

Μονάχα το σακάκι του θεού είδα εμπρός μου.
Το παρντεσού της μοναξιάς κρεμάμενο.
Τη φλοίδα coup detat,
το σκέπασμα της βίας.

Αγάντα.

'Η φίρμα'

Έχει έρθει η ακμή της νύχτας.
Στη πίστα ο νεαρός, η φωτεινή επιγραφή, ο γοητευτικός,
λίγο ξανθός - πολύ ξανθός, γνωρίζει.
Γνωρίζει πως τώρα τα πλήθη θα ξεσηκωθούν.
Κάθε βράδυ στο τραγούδι αυτό αποθεώνετε.
Και γιατί όχι.
Σμήνη λουλούδια πλαστικά, γαρύφαλλα μπουκέτα,
κόκκινα και κίτρινα και λουλακί.
Αποθέωση, άνθη κυλούν ολούθε, ίπτανται.
Κορίτσια στριγκλίζουν, το μέτωπο του σφίγγεται,
τα δίνει όλα, μια σταγόνα ιδρώτα κυλά, πατά λες σε κήπο, τον αγαπούν,
κι όλη η έκσταση στο νεύμα ανταπόδοσης προς το κοινό,
η ευτυχία στα κλειστά του μάτια.
Κι όπως κρατά το μικρόφωνο θυμάται τη κηδεία της μητέρας του.
Τι ομοιότητα.
Τι ανατροπή.

Να τον κηδεύουν.


'Το νεογνό'

Με γέννησαν μ’ αεροβάπτισμα
σε ξασπρισμένη γη
απ' τη καισαρική του ανέμου.
Κάθε φύσημα πια, τραμπάλα νεογνού που κρέμεται από κλωστές ραμμάτων.
Και να φυσάει,
να λυγάει η μαριονέτα.
Ας όψεται το νύχι του θεού.


...