να σπας τους κάλους των χεριών σου
με τα δόντια
γιατί αν δε τρως
το μόχθο σου

η ζωή θα σ' απολύσει

ΔΙΔΑΓΜΑ


Λατρεύω τα βιβλία ποίησης.

Τα μεγάλα περιθώρια των σελίδων τους

με βοηθούν να κρατώ σημειώσεις.


Να θυμάσαι μόνο ότι

με 130 χιλιόμετρα την ώρα

πάνω στην εθνική

σημειώσεις δε κρατάμε,

η ποίηση μπορεί να σκοτώσει.


Κι είχες δει, άμοιρε,

τις ενδείξεις: ‘Σήραγγα’ Μαλιακού,

σου φώναζαν από παντού.

Εσύ όμως φανταζόσουνα πως μπαίνεις

μέσα στο συκώτι του βουνού.


Πέθανες στιγμιαία απ’ τη σύγκρουση,

έμεινε η σημείωση απλωμένη στο χρόνο.

Δεν έσωσες και τίποτα.


να ψάχνεις για δεύτερη δουλειά
και να χάνεις και τη πρώτη
θα πει
να μη σε πιάνει η ένεση
της ευθανασίας σου

έριξαν στη πορεία
οι τραμπούκοι τις μασέλες
να μας τρων τις σόλες
να μας τρων τις φτέρνες
δάγκωναν από παντού

δίχως κνήμες μπουσουλήσαμε
δίχως τα γόνατα γλείψαμε τις πληγές
μετρήσαμε τα δόντια μας δίχως τα στήθη
και δίχως το λαιμό μάς έριξαν στη λαιμητόμο

έμεινε όμως μιαν ανάσα
..
μαλακίες
τίποτα δεν έμεινε

Τι ζωή κι αυτή
να μη σου λάχει μια στιγμή
ένας φίλος κοντινός
να τον θρηνείς

ξεσκέπαστος στην εκκλησιά
να τον φιλάς στο μέτωπο
καθώς θα κλέβεις σιωπηρά
το κρύωμα του

κι ύστερα στη παγωνιά
είσαι 'νας χιονάνθρωπος
με τριανταοχτώ κι εννιά
καθώς τρία παιδιά
πάγια σε σημαδεύουν.

Μα τι κρατούνε τα τσογλάνια;

όσα παπλώματα
κι αν πέσουνε στο στρώμα
κρύο θα μένει
δίχως τη σάρκα

θα το πω:
ας γίνω υπόχρεός σου μια
κι ας κρυώνω για πάντα


νερό
πάνω στο κρύσταλλο
σπασμένο τζάμι
θρύψαλο
καθρέφτισμα στο μνήμα
καθώς το
πριονίζει
μια ανατολή
συλλεκτική


Λευκά σύννεφα
μια βραχονησίδα
θάλασσα
κι ένα αλμυρίκι.
Μια συστάδα καλαμιών.
Ο τάφος μου.


η ταχύτητα της σκιάς τρέχει
με δύο σαββατόβραδα την ώρα.

σαλαμίνα

να σε ξυπνούνε τα σκυλιά

σηκώνεσαι
νιώθεις το σφίξιμο στα στήθη
είσαι ένα άνεργο καθίκι
και τρως για πρωινό σκουριά
με συντροφιά
τον ήλιο που δε θέλει

η μέρα σου κυλά
και κάνεις περιπάτους
καθώς περνάς απ' το χωριό
και δε μιλάς
εσύ πηγαίνεις στα βουνά
και σκάβεις για τον άνθρωπο
το τάφο που δε θέλει

πώς στάζει το ρετσίνι;
τι βάθος έχει ο ρετσινόλακκος;
και το ασβεστοκάμινο
την πέτρα πως τη λιώνει;

άνθρωπε αστε
άνθρωπε θαυματουργέ
δε θα θαυμάσεις
ποτέ σου
το αθαύμαστο.

...