λυγμός (ό), κοιν. αναφιλητό. Αλλεπάλληλος σπασμωδική σύσπασις του διαφράγματος και των μυών του στήθους, συνεπαγόμενη αλλοίωσιν της φωνής εις κλαυθμόν και εμφανιζόμενη επί ισχυράς θλίψεως, ιδίως κατόπιν οξέων θρήνων.

επίτομον ορθογραφικόν και εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν ΗΛΙΟΥ, 1953

...