Ευτυχώς,
ξεμπέρδεψα και με τον ΟΑΕΔ.
Τώρα έχω κατάθλιψη με κάρτα ανεργίας

εδώ μεσάνυχτα

του τριπολίτη η φωνή

ότι απέμεινε στη πόλη αυτή

απ’ το μεθύσι της

Τρίτη μεσάνυχτα στο δεύτερο

Κι απ’ το μικρόφωνο

Ακούς

Πώς καταπίνεται του ποιητή το σάλιο

Εξάρχεια

Πάντα εξάρχεια

Κι ένα ζεϊμπέκικο

Που δε τολμάει να χορέψει ο στρατιώτης.

Κάτω από τα πόδια του

Τι ταραχή!

Η πίστα κάνει τις στροφές για χάρη του.

Μάτια να είχες να κρυβες

γιατί

αποβραδίς

ντροπιάστηκαν όλα τα όπλα.


Ποίηση του ποδαριού

Ποίηση του χεριού

Ποίηση του δωματίου

Ποίηση της αυλής

Ποίηση υψηλή

Ποίηση λυρική

Και ποίηση της πλάκας.


Μπάσταρδοι.

Μη με αποκαλείτε ποιητή.

Tους επικήδειούς σας

ξέρω να γράφω μόνο.


όλα μεταμορφώνονται όλα αγιάζουν
κέντρο του κόσμου κάθε κάμαρα είναι
κάθε μια πρώτη νύχτα πρώτη μέρα
γεννιέται ο κόσμος όταν δυο φιλιούνται
μια στάλα φως στα διάφανά μας σπλάχνα
η κάμαρα σαν φρούτο μισανοιγεί
ή εκρήγνυται σαν σιωπηλό αστέρι
κι οι νόμοι φαγωμένοι απ' τα ποντίκια
κάγκελα τραπεζών, δεσμωτηρίων
συρματοπλέγματα, χάρτινες γρίλλιες
τ' αγκάθια, τα κεντριά και οι σφραγίδες
το μονόχορδο κύρηγμα των όπλων
μελίρρυτοι σκορπιοί με πετραχήλι
ο τίγρης με το υμίψηλο που ηγείται
του Ερυθρού Σταυρού ή των Χορτοφάγων
όνοι παιδαγωγοί κι εθνοπατέρες
κροκόδειλοι που κάνουν τους σωτήρες
ο Ηγέτης, το τσακάλι, ο εργολάβος
του μέλλοντος, το ένστολο γουρούνι
ο υιός ο εκλεκτός της εκκλησίας
που πλένει με αγιασμό τα μαύρα δόντια
κι ακούει μαθήματα αγγλικών κατ' οίκον
η και δημοκρατίας, αθέατοι τοίχοι
και σάπιες προσωπίδες που χωρίζουν
τον άνθρωπο από τους άλλους τους ανθρώπους,
τον άνθρωπο από τον ίδιο,

απόσπασμα,
Οκτάβιο Παζ, Ηλιόπετρα
Μτφρ: Κώστας Κουτσουρέλης

λίγο ουίσκι
λίγο τζάκι
λίγο τζαζ
και μια γυναίκα
τί ζητάω θεέ μου;

λίγο κρέας
λίγα ρούχα
μια δουλειά
και λίγο ύπνο
τί ζητάω διάολε;

οι μύγες των νεκροταφείων

οι μύγες των ψυχιατρείων

οι μύγες των κρατητηρίων


παίρνουν τη θέση τους

σα την εκκίνηση του ιπποδρόμου


οι ζωντανοί νεκροί ποντάρουνε

οι φύλακες κάνουνε τα στραβά μάτια


πτέρυγες

θάλαμοι

διάδρομοι


τζόγος

ζωντάνια

σαματάς


όλα επιτρέπονται στους κλειδωμένους


τζάκυ
γαλακτερός
έλα
οτσαλάν
όφρα
φρίντριχ

η ηλικία μου,
σε κλίμακα νεκρών σκυλιών μου

στο μετρημένο άνθρωπο
ένα χωράφι μίσος του παραχωρώ
για να χει το καιρό
να σπέρνει τον Οχτώβρη 'δε μπορώ'
και τον Γενάρη 'αφήστε με, δε γίνεται,
πέρασε η ώρα, φεύγω'

σαν μπαίνει ο Μάρτης θα φυτεύει 'ευχαριστώ'
στα χίλια αφεντικά του
κι ότι δε τόλμησε να πει
ότι δε τόλμησε να κάνει
θα τα θερίζει Αύγουστο
που λείπουν οι γειτόνοι

ο μετρημένος άνθρωπος
κακή σοδειά ανθρώπου


είπες: ευτυχώς που υπάρχει και η ποίηση
και λέμε πως ξεγλιστρούμε από τις αναποδιές


Κωλοαφεντικά

μέτρα μου τους παλμούς

κι αν περισσεύουν

πάρε μερικές δεκάδες

δανεικούς

όταν σε ξευτιλίζουν

όταν σε διατάζουν

όταν σε πατούν

εσύ να έχεις μια καρδιά

που θα βαστά.

Φτιαξιά υπερωρίας.


η παγωνιά του πρωινού
σαν έμπλαστρο
μού κατακαίει το νου

σαν το σιφόνι
μού ρουφά τη καλημέρα


...